Μια δίκη με μεγάλο ενδιαφέρον και για τη χώρα μας διεξάγεται στο Τράνι της Ιταλίας, από τις 5 Μαρτίου. Στο σκαμνί κάθονται οι οίκοι αξιολόγησης Standard & Poor’s και Fitch καθώς και η αμερικανική τράπεζα Morgan Stanley. Η κατηγορία είναι …ότι εξαπάτησαν το ιταλικό δημόσιο από το οποίο υφάρπαξαν, χωρίς βεβαίως να το δικαιούνται, 3,1 δισεκατομμύρια ευρώ.
Τον Σεπτέμβριο 2011 και τον Ιανουάριο 2012, μεσούσης της ελληνικής κρίσης, οι δύο οίκοι αξιολόγησης υποβάθμισαν αιφνιδιαστικά τη δανειοληπτική ικανότητα της Ιταλίας.
Το υπουργείο Οικονομίας αναγκάστηκε έτσι να καταβάλει στην Morgan Stanley το ποσό αυτό. Γιατί; Διότι, όπως αποκαλύφθηκε στη δίκη, από το 1995 το ιταλικό υπουργείο είχε παραχωρήσει στην αμερικανική τράπεζα μια μοναδική και πρωτοεμφανιζόμενη ρήτρα (αποκαλούμενη ISDA Master Agreement) που την εξασφάλιζε σε περίπτωση «αδυναμίας του ιταλικού δημοσίου να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις».
Η κατηγορία που βαραίνει τους δύο οίκους είναι ότι προέβησαν τεχνηέντως και χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος στην πολλοστή υποβάθμιση της Ιταλίας (είχαν προηγηθεί δύο ακόμη, τον Ιούλιο του 2011) ακριβώς για επιτρέψουν στην αμερικανική τράπεζα να ενεργοποιήσει την επίμαχη ρήτρα.
Οι εισαγγελείς του Τράνι κατέφυγαν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Ιταλίας κι εκείνη με τη σειρά της στην ευρωπαϊκή αρχή ESPA ώστε να επαληθεύσουν την αρχική υποψία τους: ότι η Morgan Stanley συμμετέχει στο εταιρικό κεφάλαιο της Standard & Poor’s και είναι σε θέση να την ελέγξει. Και ο οίκος Fitch κατηγορείται ότι συμμετείχε στο παιχνίδι για λόγους αισχροκέρδειας. Στη δικογραφία περιέχεται επιστολή διαμαρτυρίας του υπεύθυνου τραπεζικού τομέα του οίκου για την «αδικαιολόγητη» υποβάθμιση.
Υποβαθμίσεις με σκοπιμότητα
Το σκηνικό που περιέγραψε στο δικαστήριο ο δημόσιος κατήγορος είναι το εξής: οι οίκοι αξιολόγησης προβαίνουν μέσα σε τέσσερις μήνες σε δυο απανωτές υποβαθμίσεις της Ιταλίας, προκαλούν πανικό στα χρηματιστήρια και εκτοξεύουν τα spreads στα ύψη. Η Ιταλία περιγράφεται σαν χώρα έτοιμη να καταρρεύσει οικονομικά και αυτό δίνει τη δυνατότητα στην αμερικανική τράπεζα να ζητήσει να πληρωθεί.
Το σενάριο αυτό επιβεβαίωσε και η πολιτική ηγεσία της εποχής, που κλήθηκε να καταθέσει. Σύμφωνα με τον τότε υπουργό Οικονομικών Τζούλιο Τρεμόντι, στις υποβαθμίσεις είχε αντιδράσει με οξύτητα η Τράπεζα Ιταλίας (τότε υπό τον Μάριο Ντράγκι), ενώ η ιταλική κυβέρνηση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι είχε δημόσια θέσει το θέμα της αξιοπιστίας των οίκων αξιολόγησης. Και ο μετέπειτα τεχνοκράτης πρωθυπουργός Μάριο Μόντι (που ανέλαβε στις αρχές Νοεμβρίου 2011, ταυτόχρονα με τον δικό μας Λουκά Παπαδήμο) χαρακτήρισε την υποβάθμιση «αδικαιολόγητη» και «στρεφόμενη εναντίον της Ευρώπης».
Αφού πρόβαλε σθεναρή αντίσταση, τελικά αναγκάστηκε να πάρει θέση στο θέμα και η (από το 2000) επικεφαλής της διοίκησης χρέους του υπουργείου Μαρία Κανάτα. Σε γραπτή κατάθεσή της, που ακολούθησε αναφορά στην Επιτροπή Δημοσιονομικών του ιταλικού Κοινοβουλίου, η Κανάτα δικαιολογήθηκε λέγοντας πως η πληρωμή από μέρους του ιταλικού δημοσίου ήταν σύννομη και δεν χρειαζόταν να καταφύγει στη νομική υπηρεσία του κράτους, διότι αυτό μπορούσε να προκαλέσει «μεγαλύτερους κινδύνους» στη δανειοληπτική ικανότητα της χώρας.
Η εισαγγελία όμως δεν ικανοποιήθηκε από τις εξηγήσεις και συνέχισε τις έρευνες. Αποκαλύφθηκε έτσι ότι από τα μέσα της δεκαετίας του ΄90 η Ιταλία, σε συνεργασία με την Stanley Morgan και άλλες διεθνείς τράπεζες, είχε μετατρέψει σε παράγωγα ένα σημαντικό μέρος του δημοσίου χρέους, ώστε να μην καταγράφεται στα επίσημα δημοσιονομικά της χώρας. Κάτι ανάλογο με όσα έκανε την ίδια περίοδο και η ελληνική κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη.
Τα παράγωγα αυτά προβλέπουν να παραμείνουν τα επιτόκια των ιταλικών ομολόγων σε υψηλά επίπεδα για μια τριακονταετία. Σε αντίθετη περίπτωση, η Ιταλία θα είναι αναγκασμένη να πληρώσει συνολικά για μερίδια μετοχών 42,064 δισεκατομμύρια ευρώ. Κι επειδή το ίδιο το υπουργείο Οικονομικών προβλέπει ότι η αύξηση των επιτοκίων θα γίνει «με πολύ αργούς ρυθμούς», οι πληρωμές είναι κάτι παραπάνω από βέβαιες.
Σύμφωνα με την οικονομική εφημερίδα Il Sole 24 Ore, του χρόνου μια άλλη τράπεζα αναμένεται να εισπράξει 855 εκατομμύρια, ενώ το 2018 τα μερίδια μετοχών αναμένεται να ανέρχονται σε 1,8 δισεκατομμύρια.
sofokleousin