“Ένας βούρκος με γαρδένιες” στην οποία παρευρέθησαν πάρα πολλοί μεταξύ άλλων οι: Χάρρυ Κλυν, Ν. Ξανθόπουλος, Χρήστος Νικολόπουλος, Μ. Ρασούλης, Λ. Κογκαλίδης, και ο Περιφερειάρχης Π. Ψωμιάδης.
Ο Χαρρύ Κλυνν που ήταν και ο παρουσιαστής αναφερόμενος στο βιβλίο και τον συγγραφέα Γιαννίκο είπε ότι “γυρίζουμε σε εκείνα τα παλιά δύσκολα χρόνια , που η διασκέδαση ήταν στα καταγώγια.
Με τον Γιαννίνο γνωριστήκαμε μόλις είχε γυρίσει από την Αμερική το 1975, αλλά μεταξύ σοβαρού και αστείου τόνισε ότι μέχρι και σήμερα δεν έχει δουλέψει μαζί του. Αναφέρθηκε στο πως είναι δυνατόν να μαζευτήκαμε τόσοι Πόντιοι μια και στην Ελλάδα που ζούμε σήμερα, θεωρούμεθα ξένοι, ενώ είμαστε γνήσιοι Έλληνες, ενώ αντίθετα οι λαθρομετανάστες θεωρούνται ειδικά από την πολιτεία Έλληνες. Όμως θα έλθει η ημέρα που όλοι εμείς θα γυρίσουμε στον Πόντο με δάφνες και τύμπανα.
Κατόπιν τον λόγο έλαβε ο μεγάλος ηθοποιός και τραγουδιστής Νίκος Ξανθόπουλος λέγοντας “Με τον Γιαννίκο γνωρίστηκα όταν υπηρετούσα φαντάρος στην Θεσσαλονίκη. Έχω κοιμηθεί στο σπίτι του. Η μητέρα του με αγαπούσε σαν να ήμουν παιδί της, όταν το βράδυ με σκέπαζε μου έλεγε “Ποντιάκι μου, για να μην κρυώσεις”. Ο Γιαννίκος έπαιξε και σε κινηματογραφικές ταινίες στην οποίες πρωταγωνιστούσα, και αυτός ήταν ο άνθρωπος που με παρακίνησε να βγω και στο τραγούδι, το οποίο όμως μετά από χρόνια με κούρασε, γι΄ αυτό και αποσύρθηκα.
Ο συνθέτης Χρήστος Νικολόπουλος με την σειρά αναφέρθηκε “ο Γιαννίκος είναι εκείνος ο οποίος πάντρεψε το λαϊκό με το μοντέρνο τραγούδι. Είναι αυτός που βοήθησε όλα τα μεγάλα ονόματα , και εμένα προσωπικά για να σταθώ στα πόδια μου. Συγκεκριμένα όταν ένας παλαιστής μου έκλεψε το μπουζούκι, για να το πουλήσει και να κάνει ένα αρτοποιείο, ο Γιαννίκος κίνησε γη και ουρανό, βρήκε τον παλαιστή, και μου επέστρεψε πίσω το μπουζούκι. Είναι ο απλός άνθρωπος, ο πατέρας όλων μας”.
Έπειτα μίλησε ο Περιφερειάρχης Π. Ψωμιάδης, λέγοντας “ Εδώ θα έπρεπε να βρίσκονται όλοι οι Θεσσαλονικείς καλλιτέχνες, που βοήθησε ο Γιαννίκος. Εγώ την εποχή εκείνη είχα ένα μαγαζί με παιχνίδια. Ένα βράδυ λοιπόν πήγα στο μαγαζί του, για να αλητεύσω, επάνω στον ενθουσιασμό μου, πέταξε όλες τις γαρδένιες του μαγαζιού, αλλά στο τέλος δεν είχα να πληρώσω. Τότε ο Γιαννίκος με άφησε, πήγα στο μαγαζί μου, πήρα λεφτά και έφυγα για το νυχτερινό κέντρο “Καν – Καν”, για να πληρώσω την ζημιά. Αυτός φίλοι μου είναι ο Γιαννίκος”.
Η αίθουσα όπου γινόταν η παρουσίαση του βιβλίου ήταν κατάμεστη, είχε δε μεγάλη επιτυχία.